Την Παρασκευή 7 Ιουλίου πέφτει η αυλαία της πολύκροτης δίκη (σε 2ο βαθμό) του φυλακισμένου αναρχικού κομμουνιστή αγωνιστή Τάσου Θεοφίλου έπειτα από πολύμηνες συνεδριάσεις. Ο Τάσος Θεοφίλου συνελήφθη το 2012, μετά από ανώνυμο τηλεφώνημα, καθ’ υπόδειξη δύο στελεχών της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας και καταδικάστηκε πρωτόδικα το 2014, σε εικοσιπέντε χρόνια κάθειρξη για απλή συνέργεια σε ανθρωποκτονία  οδηγού ταξί και για ληστεία στην Alpha Bank της Νάουσας Πάρου, που είχε γίνει τον Αύγουστο του 2012. Τότε απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες της συγκρότησης και ένταξης στην αναρχική επαναστατική οργάνωση «Συνωμοσία των Πυρήνων της Φωτιάς», όπως και από τις κατηγορίες για κατοχή εκρηκτικών και πολεμικού υλικού. Στις 21 Νοεμβρίου 2016 ξεκίνησε η δίκη του σε δεύτερο βαθμό στο Εφετείο, όπου εκδικάζονται ταυτόχρονα τόσο η έφεση του ίδιου όσο και η έφεση της εισαγγελίας υπέρ του επαχθούς τρομονόμου. Στις 15 Μαΐου 2017, με μια πρωτοφανή και άκρως εκδικητική αγόρευση, η εισαγγελέας Άννα Καλουτά πρότεινε να κηρυχθεί ένοχος ο σύντροφος για τις πράξεις που του καταλογίστηκαν σε πρώτο βαθμό (ληστεία και απλή συνέργεια σε ανθρωποκτονία), αλλά και για εκείνες για τις οποίες αθωώθηκε πρωτόδικα (ένταξη σε τρομοκρατική οργάνωση, ανθρωποκτονία από πρόθεση, απόπειρα ανθρωποκτονίας, κατασκευή, προμήθεια και κατοχή εκρηκτικών υλών και διακεκριμένη κατοχή όπλων). Η περίπτωση του Τάσου Θεοφίλου αποτελεί πρωτόγνωρη για τα δεδομένα της ελληνικής δικαιοσύνης τόσο λόγω της τραγελαφικής προέκτασης που την αντικατοπτρίζει η εξέλιξη της δίκης απο το πρωτοδικείο κιόλας, όσο και για τη μοχθηρή αναβάθμιση της κατασταλτικής στρατηγικής ατζέντας τους κράτους

 

Πρόκειται για μία χωρίς προηγούμενο κατασκευασμένη εξοντωτική πολιτική δίωξη με ότι συνεπάγεται αυτή (καταδίκη, φυλάκιση, ψυχολογική κατάπτωση του κατηγορούμενου κλπ.) την ίδια στιγμή που το σαθρό κατηγορητήριο έχει καταρρεύσει πλήρως και στις 2 δικαστικές αναμετρήσεις. Τα αποδεικτικά στοιχεία ενοχής του Τ. Θεοφίλου λείπουν παντελώς κι αυτό επιβεβαιώθηκε από τις πενιχρότατες καταθέσεις των μαρτύρων που δεν επιβεβαίωσαν  ποτέ τη ζωντανή παρουσία του φυλακισμένου συντρόφου στα επίμαχα σημεία και μέρη των γεγονότων της ληστείας και της ανθρωποκτονίας. Το μόνο σαφές συμπέρασμα που απορρέει από την εξέλιξη της διαδικασίας και των 2 δικών είναι ότι καθίστανται έκθετες και ανεπαρκείς αστυνομία και δικαιοσύνη ως προς τη σοβαρότητα και την αξιοπιστία των μέσων χρήσης για την απόδειξη ενοχής του κατηγορουμένου συντρόφου. Μοναδικό «αποδεικτικό» στοιχείο για την καταδίκη του ήταν το DNA που βρέθηκε σε ένα καπέλο – ένα κινητό αντικείμενο δηλαδή (με τον ίδιο τον πρόεδρο του δικαστηρίου να δηλώνει: «Καταλάβαμε, μπορεί και να μην το φόρεσε το καπέλο ο Θεοφίλου»). Το συγκεκριμένο αντικείμενο μάλιστα δεν είχε περιληφθεί στην επιτόπια φωτογράφιση των πειστηρίων, δεν είχε εγγραφεί στην έκθεση κατάσχεσης, ενώ αναγνωρίστηκε ως διαφορετικό καπέλο από έναν αυτόπτη μάρτυρα. Συνοψίζοντας λοιπόν με ρεαλιστικούς όρους το μέγεθος του συγκεκριμένου στοιχείο είναι πασιφανές πως δε μπορεί να λειτουργήσει ως κριτήριο-πειστήριο αξιόποινης πράξης. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς τους τεχνολογικούς μηχανισμούς που βρίσκονται στη διάθεση της κυριαρχίας, για να αλλοιώσει προς όφελος της επιστημονικές έρευνες με όρους επιβολής, έτσι ώστε να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα της και να οχυρωθεί η ακεραιότητα της οποτεδήποτε ανακύψει η ανάγκη.

 

 

Είναι πολλά τα «μεμονωμένα» περιστατικά των στημένων δικών και των καταδικών χωρίς αποδείξεις, μόνο και μόνο με τις διατάξεις της «αντιτρομοκρατικής» νομοθεσίας. Όμως αποκρυσταλλώνουν  την κυρίαρχη πολιτική στρατηγική, όπως υλοποιείται σήμερα, με την αγαστή συνεργασία αστυνομίας και δικαιοσύνης στην παντοτινή εξυπηρέτηση του ίδιου του κράτους. Η στρατηγική αυτή εντάσσεται στα πλαίσια  ενός νέου κύκλου «κυνηγιού μαγισσών» με πογκρόμ διώξεων και φυλακίσεων όσων αντιμάχονται σθεναρά τη βαρβαρότητα και την εκμετάλλευση της εξουσίας (δηλ. κράτους & κεφαλαίου) και φιλοδοξεί στην καλλιέργεια μιας αίσθησης διαρκούς απειλής προς την κοινωνία  με τη μονιμοποίηση της παρουσίας «εσωτερικού» εχθρού μέσα στην ίδια την τάξη με την πλήρη ποινικοποίηση και εκδικητική δίωξη κάθε διαφορετικής φωνής, των αγωνιστών και των αγωνιστριών, κατ΄ επέκταση των ριζοσπαστικών κομματιών της κοινωνίας που  αντιστέκεται και αγωνίζεται. Η συζήτηση για την αναθεώρηση των άρθρων 187 και 187Α του Ποινικού Κώδικα και η επέκταση της ποινικής δίωξης με βάση τη γνώμη και όχι την παράνομη πράξη (που πάρθηκε πίσω προσωρινά μετά την κοινωνική κατακραυγή ενάντια στην κυβέρνηση, παραμένει όμως ανοιχτό το ενδεχόμενο  κι αυτό το εκτρωματικό κατασκεύασμα που μεθοδεύεται να εφαρμοστεί με άλλες νομοθετικές αλχημείες),η καταδίκη σειράς αγωνιστών και αγωνιστριών με απόλυτη επιθετικότητα και χωρίς αναγνώριση κανενός ελαφρυντικού, η καταδίκη του Μ. Σεϊσίδη σε 25,χρόνια φυλάκισης· η άρνηση των αδειών των πολιτικών κρατουμένων, η καταδίκη της πανεπιστημιακού Ηριάννας Β.Λ. λόγω στενής σχέσης αποκλειστικά και μόνο με πρώην διωκόμενο αγωνιστή, οι απαράδεκτες συνθήκες κράτησης των κρατούμενων μητέρων με τα παιδιά τους, των μεταναστών στα κέντρα κράτησης και τα camps,των ασθενών κρατουμένων στο «κολαστηριο» – νοσοκομείο των φυλακών Κορυδαλλού αυτά και τόσα άλλα αποτελούν κομμάτια ενός παζλ ακραίων μεθοδεύσεων και εκδικητικότητας, κατάρρευσης και αυτών ακόμα των βασικών κανόνων της αστικής δημοκρατίας, με στόχο την τρομοκράτηση του «εσωτερικού εχθρού» μπροστά στις επόμενες εξεγέρσεις του, απέναντι στην αυτή κάθε αυτήν πολιτική εξουσία και τη στρατηγική της. Κάθε αγωνιστής και αγωνίστρια που έχει νιώσει στο πετσί του τη βία του κράτους σε κάθε της μορφή, δεν μπορεί παρά να σταθεί αλληλέγγυος/α με όλες του τις δυνάμεις στον Τάσο Θεοφίλου, και σε κάθε θύμα των σκευωριών κράτους (αστυνομίας-δικαιοσύνης).

 

ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΤΟΝ ΣΥΝΤΡΟΦΟ ΤΑΣΟ ΘΕΟΦΙΛΟΥ

 

ΤΑΜΕΙΟ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΔΙΩΚΟΜΕΝΩΝ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ

Advertisements